Θήβα

Xτισμένη στη θέση της ομώνυμης αρχαίας πόλης, σε εύφορη και καλά αρδευόμενη πεδιάδα, η Θήβα αποτελεί αγροτικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της περιοχής. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, ο Kάδμος, γιος του Aγήνορος, βασιλιά της Φοινίκης, ανέγειρε τα τείχη της Καδμείας, της φημισμένης ακρόπολης της πόλης, με τη βοήθεια του Αμφίονος και του Ζήθου, γιων του Δία και της Αντιόπης. Από τον ιδρυτή της Καδμείας καταγόταν το γένος των Λαβδακιδών (Λάιος, Οιδίποδας κ.ά.), που ενέπνευσε, με την τραγική μοίρα του, πολλούς δραματικούς ποιητές. Η Θήβα κατοικήθηκε κατά τους Νεολιθικούς Χρόνους, αποτέλεσε ισχυρό οικισμό κατά την Πρωτοελλαδική και τη Μεσοελλαδική Εποχή, έφθασε δε σε ύψιστο σημείο ανάπτυξης κατά τη Μυκηναϊκή Περίοδο (1600-1100 π.Χ.). Κατά τους Γεωμετρικούς και τους Αρχαϊκούς Χρόνους τέθηκε επικεφαλής των βοιωτικών πόλεων και αποτέλεσε ισχυρό αντίπαλο της Αθήνας. Διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στον ελληνικό χώρο κατά την Κλασική Περίοδο (371-362 π.Χ.), με επικεφαλής τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και την ολοκληρωτική καταστροφή της από τους Μακεδόνες (335 π.Χ.) η Θήβα δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλαιότερη δύναμή της. Την παρακμή που επέφεραν στην πόλη η Ρωμαιοκρατία και οι βαρβαρικές επιδρομές διαδέχθηκε περίοδος οικονομικής άνθησης (8ος-12ος αι.), χάρη στην παραγωγή και την επεξεργασία μεταξιού, τη βαφή υφασμάτων και την κατασκευή ταπήτων. Ακολούθησαν η Φραγκοκρατία (12ος-15ος αι.) και η Τουρκοκρατία (15ος-19ος αι.), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός πληθυσμός μειώθηκε αισθητά. Η πόλη απελευθερώθηκε με τη μάχη της Πέτρας, το Σεπτέμβριο του 1829. Η Θήβα έχει 21.211 κατοίκους. Aπέχει 45 χλμ A από τη Λιβαδειά.