Οι πρόσφυγες της Θήβας
Οι πρώτοι πρόσφυγες ήταν γύρω στις 1000 οικογένεις. Σε λίγες από αυτές υπήρχε πατέρας.Οι περισσότερες όμως αποτελούνταν από γυναίκες και παιδιά. Τους περισσότερους ενήλικους άντρες τους είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι στη Μικρά Ασία. Μέχρι το 1930 που χτίστηκαν 300 κατοικίες του παλιού προσφυγικού συνοικισμού και το 1932 που χτίστηκαν άλλες τόσες περίπου στο νέο προσφυγικό συνοικισμό, για μια περίοδο 8 εως 10 χρονων, οι οικογένειες των προσφύγων στεγάστηκαν στις λίγες κατοικίες που ήταν διαθέσιμες στην πόλη, σε απόθηκες και σε οποιοδήποτε οίκημα μπορούσαν να στεγαστούν. Οι περισσότεροι, όμως, που δε βρήκαν κατάλυμα για να μείνουν, έμεναν σε κρατικές αποθήκες και σε εκκλησίες. Ο κάμπος της Θήβας που καλλιεργούνταν, ήταν περίπου μισή ώρα με το γαιδούρι. Οι πρόσφυγες άρχισαν να δουλεύουν καθώς και σε άλλες κρατικές υπηρεσίες των ντόπιων ώστε να κάνουν μεροκάματο. Μερικοι νοίκιασαν χωράφια και άρχισαν να καλλιεργούν καπνά. Πολλά παιδιά έγιναν υπηρέτες στους ντόπιους για να ζήσουν. Στην αρχική περίοδο των 10 χρόνων, πέθαναν πολλοί απο τους πρόσφυγες διότι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, χωρις ανέσεις και χωρις χρήματα. Υπήρχε μεγάλη θνησιμότητα. Στη 2η δεκαετία άρχισε να εξισορροπείται η ζωη των προσφύγων. Μπήκαν στο εμπόριο. Δημιούργησαν εμπορικά καταστήματα και κέντρα διασκέδασης. Το 1940 άρχισε κύμα φυγής από τον παλιό συνοικισμό προς την Αθήνα. Μετά, το 1960, δημιουργήθηκαν εργοστάσια στη Θήβα και ετσι η ζωή καλυτέρευσε για ολους τους Θηβαίους και τους πρόσφυγες. Από τότε που μειώθηκε το κόστος της εκπαίδευσης και ένας μεγάλος αριθμός των προσφυγικής καταγωγής ανθρώπων σπουδασαν. Έχουν διακριθεί σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας (έμποροι, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, πολιτικοί).
Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου εδω
