Προβληματισμοί για την προστασία της πρώτης κατοικίας

Στο επίκεντρο της επικαιρότητας βρέθηκαν τις τελευταίες ημέρες εκ νέου το ζήτημα των τροποποιήσεων στο Ν. 3869/2010, η προστασία της πρώτης κατοικίας και το θέμα της διαχείρισης των κόκκινων δανείων των φυσικών προσώπων. Από το χρονικό σημείο εκκίνησης των διαρροών για το, τότε υπό σύνταξη, νομοσχέδιο μέχρι και την οριστική ψήφιση του Ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α’ 152/20-11-2015), είχε καταστεί σαφές ότι η κυβέρνηση εξωθείται όχι σε μια απλή αναθεώρηση διατάξεων του «Νόμου Κατσέλη», αλλά σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια αποκλεισμού μιας μεγάλης μερίδας δανειοληπτών από τις ευεργετικές του διατάξεις.
Εξ αρχής υπήρξε ένας αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης, ως προς το ζήτημα του τι είναι στην πραγματικότητα αυτό που διακυβεύεται. Για την κατανόηση αυτού που συνέβη το βράδυ της 19ης -11-2015, σε συνδυασμό με αυτό που συνέβη το βράδυ της 14ης -08-2015, είναι απαραίτητη μια αναδρομή στο είδος προστασίας, που απολάμβαναν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μέχρι σήμερα. Από τον Αύγουστο του 2010 λοιπόν, μήνα ψήφισης του Ν. 3869/2010 και εντεύθεν, ο δανειολήπτης που ήταν φυσικό πρόσωπο, δεν είχε πτωχευτική ικανότητα και είχε περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών του, είχε τη δυνατότητα να καταθέσει αίτηση υπαγωγής του στον ανωτέρω Νόμο, προκειμένου να ενταχθεί στις ευεργετικές του διατάξεις και να προστατεύσει την κύρια κατοικία του, έχοντας ως κριτήρια ένταξης στην προσπάθεια προστασίας της, μόνο την εμπορική αξία, που έπρεπε να βρίσκεται εντός του αφορολόγητου ορίου απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένου κατά 50% (συνολικά τα όρια ήταν α) για άγαμο 300.000€, β) για έγγαμο χωρίς τέκνα 375.000€, γ) για έγγαμο με ένα τέκνο 412.500€, δ) για έγγαμο με δύο τέκνα 450.000€ και ε) για έγγαμο με τρία τέκνα 495.000€), καταβάλλοντας τότε – και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης – α) για διάστημα τεσσάρων (4) ετών, άτοκα, το ποσό που κατέλειπε μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του και μετά το πέρας της τετραετίας, δοσοποιημένο σε βάθος εικοσαετίαςποσοστό 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας του με το επιτόκιο που προβλεπόταν. Παράλληλα με το «Νόμο Κατσέλη», ίσχυε ένα καθεστώς αναγκαστικού δικαίου προστασίας για την κύρια κατοικία των δανειοληπτών, το οποίο άλλοτε παρετείνετο σε ετήσια και άλλοτε σε εξαμηνιαία βάση. Από τον Ιούνιο του έτους 2013, ο Ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α’ 143/14-06-2013) και οι δανειολήπτες έχοντας ως κριτήριο προστασίας, πλέον, μόνο την αντικειμενική αξία, που έπρεπε να βρίσκεται εντός του αφορολόγητου ορίου απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένου κατά 50% (συνολικά τα όρια ήταν α) για άγαμο 300.000€, β) για έγγαμο χωρίς τέκνα 375.000€, γ) για έγγαμο με ένα τέκνο 412.500€, δ) για έγγαμο με δύο τέκνα 450.000€ και ε) για έγγαμο με τρία τέκνα 495.000€), εφόσον πετύχαιναν την ένταξή τους στον ανωτέρω Νόμο, όφειλαν πλέον να καταβάλουν α) για διάστημα τριών έως πέντε (3-5) ετών, άτοκα, το ποσό που κατέλειπε μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του και μετά το πέρας της εν λόγω ρύθμισης, δοσοποιημένο σε βάθος εικοσαετίας ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, με το επιτόκιο που προβλεπόταν, ενώ η αναγκαστικού δικαίου αναστολή πλειστηριασμών κύριας κατοικίας, ξεκίνησε να γίνεται όλο και πιο περιπτωσιολογική, θέτοντας κάποια ανώτατα όρια αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, ύψους οφειλών και εισοδήματος, προκειμένου να μην προστατεύσει πρόσωπα, που επωφελήθηκαν από τη γενική και άνευ όρων προστασία του παρελθόντος, καλύπτοντας, όμως, τη συντριπτική πλειονότητα των κόκκινων στεγαστικών δανείων.
Στις αρχές του έτους 2015, οδηγηθήκαμε σε μη ανανέωση της εκ του νόμου αναστολής πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, έστω και με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια ένταξης, που μέχρι τότε ίσχυαν και, εν συνεχεία, σε μία άτυπη συμφωνία μεταξύ τραπεζών και ελληνικής κυβέρνησης για μία off the record αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, μέχρι και το τέλος του έτους 2015. Η συγκεκριμένη άτυπη αναστολή πλειστηριασμών συνδυάστηκε και με μία αναγκαστικού δικαίου αναστολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία εκκίνησε από τα capital controls του Ιουλίου 2015 μέχρι και τις 31 Οκτωβρίου 2015, οπότε και σταμάτησε να ανανεώνεται σε μηνιαία βάση. Παράλληλα με τα ανωτέρω, η κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί στη δημιουργία ενός νέου Νόμου αντιμετώπισης του ζητήματος της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων, κρύβοντάς τον επιμελώς κάτω από τον μανδύα μιας υποτιθέμενης απλής αναθεώρησης του Ν. 3869/2010 και στον περιορισμό των δανειοληπτών, που θα είχαν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο Ν. 3869/2010, θεσπίζοντας μάλιστα ποσοτικά κριτήρια, τα οποία δεν πληροί ένα σημαντικό ποσοστό δανειοληπτών, κίνηση την οποία υλοποίησε σε δύο φάσεις – η πρώτη με την αναθεώρηση μέσω του Ν. 4336/2015, που δημοσιεύτηκε στις 14 Αυγούστου 2015 και η δεύτερη με την αναθεώρηση του Ν. 4346/2015, που δημοσιεύτηκε στις 20 Νοεμβρίου 2015. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης δημιούργησε δανειολήπτες δύο (2) ταχυτήτων: Α) τον ευάλωτο, αυτόν που πληροί σωρευτικά τις εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τουβ) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα υπολείπεται ή είναι ίσο τωνευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Νόμου, γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα, δ) είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται και ε) βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων καταβολών, όπως αυτές ορίζονται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών της προηγούμενης παραγράφου. Για την εν λόγω κατηγορία προβλέπεται η συμμετοχή του Δημοσίου, για μέγιστο διάστημα τριών (3) ετών, στην καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών, παράλληλα με την υποχρέωση ελάχιστης καταβολής από μεριάς του οφειλέτη, ενώ ορίζεται ότι : «Μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2016 το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να προβεί σε μερική κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που καταβάλλει ο οφειλέτης, που πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις και του ποσού που ορίζεται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Στην περίπτωση αυτή το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θεωρείται ότι εξυπηρετείται και οποιοδήποτε μη καταβληθέν ποσό κεφαλαιοποιείται στο υπολειπόμενο ποσό του σχεδίου διευθέτησης οφειλών…» και Β)τον λιγότερο ευάλωτο, αυτόν, δηλαδή, που πληροί σωρευτικά τις εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο ακίνητοχρησιμεύει ως κύρια κατοικία τουβ) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του Νόμου, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ)ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται.
Τα κριτήρια προστασίας της Α΄ κατοικίας